Oxygen Blue

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Οι Άγιοι των Μετεώρων, Χρυσούλα Μότσιου

Στά πλαί­σι­α τῆς σπου­δῆς τῶν Με­τε­ω­ρι­τῶν Ἁ­γί­ων, ἡ πα­ρού­σα δι­α­τρι­βή, σκο­πό ἔ­χει, με­τά τήν «ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς» με­λέ­τη, νά πα­ρου­σι­ά­σει συ­νο­λι­κά τή ζω­ή καί τό ἔρ­γο τῶν Ἁ­γί­ων τῶν Με­τε­ώ­ρων μέ­σα ἀ­πό τή σχε­τι­κή ἁ­γι­ο­λο­γι­κή καί ἱ­στο­ρι­κή γραμ­μα­τεί­α.
Οἱ ἐ­πι­γρα­φές ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος κι ἀ­πό τό ἄλ­λο συ­γκε­κρι­μέ­να γρα­πτά μνη­μεῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν τίς πη­γές τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῶν Με­τε­ώ­ρων. Τό «Σύγ­γραμ­μα Ἱ­στο­ρι­κόν» ἤ ὅ­πως δι­α­φο­ρε­τι­κά ἀ­πο­κα­λεῖ­ται τό «Χρο­νι­κό τῶν Με­τε­ώ­ρων», δί­νει μι­ά συ­νο­πτι­κή ἱ­στο­ρί­α τῆς μο­να­χι­κῆς πο­λι­τεί­ας ἀ­πό τίς ἀ­παρ­χές της μέ­χρι τίς ἀρ­χές τοῦ ι­στ΄ αἰ­ώ­να. Τό «Χρο­νι­κό τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων», πού βρέ­θη­κε στό μο­να­στή­ρι τοῦ Βαρ­λα­άμ, κα­θώς ἐ­πί­σης καί οἱ βί­οι τῶν ἱ­δρυ­τῶν τῶν με­τε­ω­ρί­τι­κων μο­να­στη­ρι­ῶν, ὁ βί­ος τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Με­τε­ω­ρί­του, ἱ­δρυ­τοῦ τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ὁ βί­ος τῶν ἁ­γί­ων Νε­κτα­ρί­ου καί Θε­ο­φά­νη τῶν Ἀ­ψα­ρά­δων, τῶν προ­ερ­χο­μέ­νων ἀ­πό τά Γι­άν­νε­να, πού ὑ­πῆρ­ξαν οἱ ἱ­­δρυ­τές τῆς ἱ­ε­ρᾶς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, τό δι­α­θη­κῷ­ο γράμ­μα τους μα­ζί μέ τό τυ­πι­κό τοῦ μο­να­στη­ρι­οῦ, κα­θώς ἐ­πί­σης καί τό σι­γίλ­λι­ο τοῦ Πα­τρι­άρ­χου Ἱ­ε­ρε­μί­α τοῦ Α΄ (1522-1546), τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει καί κα­θι­ε­ρώ­νει τό δι­α­θη­κῷ­ο τους γράμ­μα, ἡ δι­α­θή­κη τῶν ἀ­δελ­φῶν Μα­ξί­μου καί Ἰ­ω­ά­σαφ, πού ὑ­πῆρ­ξαν οἱ ἱ­δρυ­τές τῆς ἱ­ε­ρᾶς μο­νῆς Ρου­σά­νου καί σύγ­χρο­νοι πρός τούς Ἀ­ψα­ρά­δες, ἀ­πο­τε­λοῦν τίς θε­με­λι­α­κές γρα­πτές ἱ­στο­ρι­κές πη­γές γι­ά τά Με­τέ­ω­ρα.
Οἱ βί­οι καί οἱ δι­α­θῆ­κες τῶν πα­ρα­πά­νω ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ἀ­ξι­ό­λο­γα κεί­με­να, γι­α­τί ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων ἀ­πο­τε­λοῦν καί πο­λύ­τι­μη ἱ­στο­ρι­κή πη­γή γι­ά τήν ἵ­δρυ­ση καί συ­γκρό­τη­ση σέ κοι­νό­βι­ο τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν τους.
Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σι­ά­ζει ἡ τυ­πι­κή δι­ά­τα­ξη, ὁ «κα­νο­νι­κός τύ­πος», δη­λα­δή οἱ κα­νο­νι­σμοί κοι­νο­βι­α­κῆς λει­τουρ­γί­ας, πού ἐ­μ­πε­ρι­έ­χο­νται στά κεί­με­να αὐ­τά. Εἶ­ναι ὁ κα­τα­στα­τι­κός χάρ­της πού δι­έ­πει τή λει­τουρ­γί­α τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν καί κα­θο­ρί­ζει τόν τρό­πο δι­α­βί­ω­σης τῶν μο­να­χῶν. Στό τέ­λος μά­λι­στα ὁ βι­ο­γρά­φος κλεί­νο­ντας τήν πα­ρα­κα­τα­θή­κη τῶν ἁ­γί­ων, ση­μει­ώ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ταῦ­τα ὑ­μῖν, ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, ἐ­γρά­ψα­μεν ἐ­νταυ­θὶ ὥ­σπερ τι­νὰ πα­ραγ­γε­λί­αν, καὶ ὡς ἐν μέ­ρει δι­α­θή­κης, πῶς δεῖ ὑ­μᾶς ζῆν τε καὶ πο­λι­τεύ­ε­σθαι, τῆς κα­τὰ Θε­ὸν δι­α­γω­γῆς καὶ πῶς δεῖ τοῖς μο­να­χοῖς τὸ εὐ­ά­ρε­στον τοῦ Θε­οῦ. Καὶ δε­ό­με­θα ὑ­μῶν τῆς ἀ­γά­πης, πά­σῃ δυ­νά­μει τη­ρή­σα­τε τὴν πα­ραγ­γε­λί­αν ταύ­την ἡ­μῶν καὶ σπου­δά­σα­τε βε­βαί­αν ὑ­μῶν τὴν κλῆ­σιν καὶ ἐ­κλο­γήν ποι­εῖ­σθαι κα­τὰ τὸν Θεῖ­ον Ἀ­πό­στο­λον, εἰ­δό­τες, ὅ­τι εἰς τοῦ­το κέ­κλη­κεν ἡ­μᾶς ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἐ­νταῦ­θα καὶ ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἐκ τοῦ κό­σμου, ἵ­να πά­ντως τὸν κό­σμον καὶ τὰ τοῦ κό­σμου μᾶλ­λον ἐκ καρ­δί­ας μι­σή­σω­μεν καὶ γε­νώ­με­θα κλή­σε­ως ἐ­που­ρα­νί­ου μέ­το­χοι καὶ δό­κι­μοι στρα­τι­ῶ­ται τῆς Χρι­στοῦ πα­ρα­τά­ξε­ως»
Ἡ ἑ­ορ­τή ὅ­λων τῶν Με­τε­ω­ρι­τῶν Ἁ­γί­ων ὁ­ρί­στη­κε νά τε­λεῖ­ται τήν τέ­ταρ­τη Κυ­ρι­α­κή με­τά τό Πά­σχα (τοῦ Πα­ρα­λύ­του) καί ἔ­χει πε­ρα­στεῖ στά Δί­πτυ­χα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος τοῦ 1996.
Γι­ά τούς ἁ­γί­ους τῶν Με­τε­ώ­ρων δέν ἔ­χει γρα­φεῖ πα­ρό­μοι­α ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη με­λέ­τη. Μό­νο γι­ά τόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο τό Με­τε­ω­ρί­τη ἔ­χου­με κρι­τι­κή ἔκ­δο­ση τοῦ βί­ου μέ ἐ­κτε­νή προ­λε­γό­με­να καί πα­ρά­θε­ση τῆς Ἀ­κο­λου­θί­ας του ἀ­πό τόν Δι­ευ­θυ­ντή τοῦ Κέ­ντρου Ἐ­ρεύ­νης τοῦ Με­σαι­ω­νι­κοῦ καί Νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν κ. Δ. Σο­φι­α­νό.
Στήν πα­ρού­σα ἐρ­γα­σί­α μας, στά στοι­χεῖ­α γι­ά τόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο τό Με­τε­ω­ρί­τη προ­στί­θε­ται εἰ­δι­κό κε­φά­λαι­ο, ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σε­ται, κα­τό­πιν ἐ­ρεύ­νης, ἡ σχέ­ση τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Με­τε­ω­ρί­τη ὡς νη­πτι­κοῦ πα­τρός, μέ τό ἡ­συ­χα­στι­κό κί­νη­μα τοῦ ιδ΄ αἰ­ώ­να καί τούς με­γά­λους νη­πτι­κούς πα­τέ­ρες Γρη­γό­ρι­ο Σι­να­ΐ­τη, Γρη­γό­ρι­ο Πα­λα­μᾶ, Ἰ­σί­δω­ρο με­τέ­πει­τα Πα­τρι­άρ­χη Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως, κα­θώς καί ἡ σχέ­ση του μέ τή Σκή­τη τῆς Βε­ροί­ας, ὅ­που ἀ­σκή­τε­ψε ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς.
Ἐ­πί­σης προ­τάσ­σε­ται τοῦ βί­ου τοῦ Ἑλ­λη­νο­σέρ­βου βα­σι­λέ­ως Ἰ­ω­άν­νη-Ἰ­ω­ά­σαφ Οὔ­ρε­ση Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ κτί­το­ρα τῆς μο­νῆς Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ἐ­κτε­νή ἀ­να­φο­ρά στή Σερ­βι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α ἐ­πί τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐ­δά­φους καί εἰ­δι­κό­τε­ρα ἐ­πί τῆς Θεσ­σα­λί­ας καί Ἠ­πεί­ρου, ὥ­στε νά εἶ­ναι κα­τα­νο­η­τές οἱ ἀ­να­φο­ρές σέ ἡ­γε­τι­κά πρό­σω­πα τῆς ἐ­πο­χῆς.
Προ­στί­θε­νται νε­ό­τε­ρα ὑ­μνο­γρα­φι­κά κεί­με­να, πού ἔ­χουν συ­ντε­θεῖ τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νι­α πρός τι­μήν με­μο­νω­μέ­νων Με­τε­ω­ρι­τῶν ὁ­σί­ων ἤ καί πρός «πά­ντας ὁ­μοῦ».
Ἀ­να­φέ­ρο­νται οἱ νε­ό­τε­ρες ἱ­στο­ρή­σεις τῶν Με­τε­ω­ρι­τῶν ὁ­σί­ων σέ νε­ό­τε­ρους να­ούς, κα­θώς καί ἡ ἀ­νέ­γερ­ση νέ­ων να­ῶν πρός τι­μήν τους.
Γι­ά τούς λοι­πούς ἁ­γί­ους συ­γκε­ντρώ­νε­ται κά­θε δυ­να­τή πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­πό πολ­λές πη­γές. Πα­ρα­τί­θε­ται γι­ά πρώ­τη φο­ρά στήν Ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα τό σι­γίλ­λι­ο τοῦ Πα­τρι­άρ­χη Ἱ­ε­ρε­μί­ου Α΄, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν ὅ­σι­ο Φι­λό­θε­ο, κτί­το­ρα τῆς μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, κα­θώς δι­α­σώ­θη­κε ἐξ ἀ­ντι­γρα­φῆς ἀ­πό τόν P. Uspenskij καί ἐ­ξά­γο­νται συ­μπε­ρά­σμα­τα ἀ­πό αὐ­τό γι­ά τήν προ­σφο­ρά του καί τή δρά­ση του, τήν ὀρ­γά­νω­ση τοῦ κοι­νο­βί­ου καί τήν κα­το­χύ­ρω­ση τῶν προ­νο­μί­ων τῆς μο­νῆς. Ἐ­πί­σης με­λε­τᾶ­ται τό μέ­τρο τῆς αὐ­το­νο­μί­ας καί τῆς σταυ­ρο­πη­γι­α­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, πού δί­δε­ται στά δι­ά­φο­ρα πα­τρι­αρ­χι­κά σι­γίλ­λι­α τῆς μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου.
Στό βί­ο τῶν ὁ­σί­ων Νε­κτα­ρί­ου καί Θε­ο­φά­νη, κτι­τό­ρων τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, προ­στί­θε­νται, με­τά ἀ­πό ἀ­να­λυ­τι­κή ἔ­ρευ­να καί δι­α­σταύ­ρω­ση τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν καί ἐκ τῶν ἄλ­λων κει­μέ­νων, τά θε­ο­λο­γι­κά καί ἱ­στο­ρι­κά στοι­χεῖ­α, πού προ­κύ­πτουν γι­ά τήν προ­σω­πι­κό­τη­τα κυ­ρί­ως τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φά­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται με­γά­λος νη­πτι­κός πα­τέ­ρας μέ θε­ο­πτί­α τοῦ ἀ­κτί­στου φω­τός.
Στό τέ­λος πα­ρα­τί­θε­νται πί­να­κες μέ τίς ἱ­στο­ρή­σεις τῶν Με­τε­ω­ρι­τῶν ὁ­σί­ων, πα­λαι­ές καί νε­ό­τε­ρες.
Τῆς ὅ­λης ἐρ­γα­σί­ας προ­η­γεῖ­ται μί­α συ­νο­πτι­κή πα­ρου­σί­α­ση τῆς μο­να­στι­κῆς πο­λι­τεί­ας τῶν Με­τε­ώ­ρων καί σύ­ντο­μο ἱ­στο­ρι­κό τῆς κά­θε μο­νῆς. Τά κε­φά­λαι­α πού ἀ­να­φέ­ρο­νται στούς ἁ­γί­ους ἔ­χουν τα­ξι­νο­μη­θεῖ κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά.
Στά πα­ρα­τι­θέ­με­να κεί­με­να δι­ορ­θώ­νο­νται σι­ω­πη­ρά τά ὀρ­θο­γρα­φι­κά λά­θη, ἐ­νῶ ἔ­μει­νε ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ σύ­ντα­ξη τῶν κει­μέ­νων.
Ἡ λέ­ξη «κτί­τωρ» ἀ­πα­ντᾶ­ται, ὡς γνω­στό, στά πα­ρα­δε­δο­μέ­να κεί­με­να καί στίς νε­ό­τε­ρες ἐρ­γα­σί­ες καί μέ η καί μέ ι. Ἐκ τοῦ κτῶ­μαι-κτή­τωρ, ἐκ τοῦ κτί­ζω-κτί­στωρ-κτί­τωρ. Στήν πα­ρού­σα ἐρ­γα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἡ λέ­ξη «κτί­τωρ» στό δι­κό μου γρα­πτό λό­γο καί «κτή­τωρ» ὅ­που ἔ­τσι πα­ρα­δί­δε­ται στά κεί­με­να ἤ σέ τίτ­λους βι­βλί­ων ἄλ­λων.


(Απόσπασμα από διδακτορική διατριβή)