Oxygen Blue

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Πανήγυρη της Ιεράς Μονής Βαρλαάμ

Το με­γα­λό­πρε­πο Κα­θο­λι­κό της Ιεράς Μονής Βαρλαάμ, που τι­μά­ται στη μνή­μη των Α­γί­ων Πάν­των, έ­κτι­σαν στα 1541/42, ό­πως μαρ­τυ­ρούν οι σχε­τι­κές ε­πι­γρα­φές και άλ­λες αρ­χεια­κές πη­γές, οι Γι­αν­νι­ώ­τες α­δελ­φοί ι­ε­ρο­μό­να­χοι Θε­ο­φά­νης (+ 17 Μα­ΐ­ου 1544) και Νε­κτά­ριος (+ 7 Α­πρ. 1550) οι Α­ψα­ρά­δες. Φαί­νε­ται ό­μως ό­τι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το κτί­σι­μο του κα­θο­λι­κού εί­χε χον­δρι­κά μό­νο τε­λει­ώ­σει κα­τά το 1541/42, ε­νώ οι λε­πτο­μέ­ρει­ες των οι­κο­δο­μι­κών και άλ­λων ερ­γα­σι­ών του να­ού και του νάρ­θη­κα συ­νε­χί­στη­καν μέ­χρι το Μά­ϊ­ο του 1544, ό­πως συμ­πε­ραί­νει κα­νείς α­πό το υ­πό­μνη­μα του ι­ε­ρο­μο­νά­χου Κασ­σια­νού, προ­η­γου­μέ­νου της Μο­νής Σί­μω­νος Πέ­τρας, το ο­ποί­ο α­να­φέ­ρε­ται στο θά­να­το του ι­ε­ρο­μο­νά­χου Θε­ο­φά­νη. Σύμ­φω­να με το κεί­με­νο αυ­τό, ο Θε­ο­φά­νης, κα­τα­πο­νη­μέ­νος α­πό βα­ριά δε­κά­μη­νη α­σθέ­νεια, πέ­θα­νε στις 17 Μα­ΐ­ου του 1544, η­μέ­ρα Σάβ­βα­το (ξη­με­ρώ­νον­τας Κυ­ρια­κή του Τυ­φλού).

Τις τε­λευ­ταί­ες του λοι­πόν στιγ­μές, λί­γο πριν πε­θά­νει, συγ­κέν­τρω­σε ό­λες του τις δυ­νά­μεις, βγή­κε α­πό το κελ­λί του και στη­ρι­ζό­με­νος στη βα­κτη­ρί­α του έ­φθα­σε με λα­χτά­ρα μέ­χρι το να­ό, που μό­λις τό­τε εί­χε τε­λει­ώ­σει. Μπή­κε μέ­σα και έκ­θαμ­βος α­πό την ο­μορ­φιά και τη λάμ­ψη του δο­ξο­λό­γη­σε και ευ­χα­ρί­στη­σε το Θε­ό και τους Α­γί­ου Πάν­τας, στη μνή­μη των ο­ποί­ων και τον α­φι­έ­ρω­σε. Στη συ­νέ­χεια ευ­λό­γη­σε ό­λο το πα­ρευ­ρι­σκό­με­νο ε­κεί τε­χνι­κό συ­νερ­γεί­ο α­δελ­φών της μο­νής –λα­τό­μους, οι­κο­δό­μους, κτί­στες και λε­πτουρ­γούς (ξυ­λο­γλύ­πτες)­-, που ερ­γά­στη­καν για την α­πο­πε­ρά­τω­ση και τον καλ­λω­πι­σμό του να­ού, και βα­θιά ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νος και συγ­κι­νη­μέ­νος ε­πέ­στρε­ψε στο κελ­λί του, ό­που ή­ρε­μα και γα­λή­νια πα­ρέ­δω­σε την ψυ­χή του στα χέ­ρια του Πλά­στη του:
«Ε­πί έ­τους ζνβ  [7052-5508=1544], κα­τά τον μή­να Μά­ϊ­ον, τη αυ­τού ιζ , Σαβ­βά­του λα­χού­σης της η­μέ­ρας, ώ­ρα δε ε­νά­τη, ε­τε­λει­ώ­θη ο πάν­σε­πτος και πε­ρι­καλ­λής να­ός συν τω νάρ­θη­κι, ε­πά­νω της ι­ε­ράς πέ­τρας του Βαρ­λα­άμ, δια συν­δρο­μής, κό­πων τε και ε­ξό­δων των πα­νο­σι­ω­τά­των και αι­δε­σι­μω­τά­των πα­τέ­ρων, των και αυ­τα­δέλ­φων κυ­ρού Νε­κτα­ρί­ου και κυ­ρού Θε­ο­φά­νους, των μα­κα­ρί­ων αν­δρών. Εν τώ­δε τω και­ρώ η­σθέ­νη­σεν ω­σεί μή­νας δέ­κα ο μα­κά­ριος Θε­ο­φά­νης και το­σού­τω δα­μα­σθείς υ­πό της πολ­λής α­σθε­νεί­ας, ό­τι σχε­δόν εγ­γί­σας έ­ως των πυ­λών του θα­νά­του˙ α­πό δε του πό­θου, ού­περ εί­χεν προς τον να­όν, ε­γερ­θείς προ­θύ­μως και πε­ρι­χα­ρής, οί­α και ην α­σθε­νής στη­ρι­ζό­με­νος υ­πό της ρά­βδου αυ­τού, έν­δον ει­σελ­θών και ι­δών την τε­λεί­ω­σιν του ι­ε­ρού να­ού και υ­ψώ­σας τας χεί­ρας εις τον ου­ρα­νόν και το ‘δό­ξα σοι ο Θε­ό­ς’ ε­πει­ών, τους δε Α­γί­ους Πάν­τας ευ­χα­ρι­στή­σας εκ πό­θου –ού­τω γαρ τω να­ώ τω κοι­νώ ού­τος προ­ση­γο­ρεύ­σα­το-, ο­μοί­ως ουν ευ­χό­με­νος και ευ­λο­γών και πάν­τας τους α­δελ­φούς, λα­τό­μους και οι­κο­δό­μους, κτί­στας τε και τους λε­πτουρ­γούς, ε­πί­σης ε­δε­ξι­ώ­σα­το και υ­πε­ρηυ­χή­σα­το η η­γι­α­σμέ­νη ψυ­χή. Εί­τα πά­λιν ε­στρά­φη τοις ι­δί­οις πο­σί πο­ρευ­ό­με­νος εν τω κελ­λί­ω αυ­τού και, σχη­μα­τι­σά­με­νος ε­αυ­τόν τω τύ­πω του ζω­ο­ποι­ού σταυ­ρού, κα­τέ­θε­το το ι­ε­ρόν σκή­νος ε­πί την στρω­μνήν αυ­τού, ο­ρών προς α­να­το­λάς…» (κωδ. 180 και 275 Μ. Βαρ­λα­άμ).
Το κα­θο­λι­κό της Μο­νής Βαρ­λα­άμ εί­ναι έ­να τυ­πι­κό κομ­ψό κα­θο­λι­κό α­γι­ο­ρει­τι­κού τύ­που, με δι­κι­ό­νιο σταυ­ρο­ει­δή εγ­γε­γραμ­μέ­νο τον κυ­ρί­ως να­ό, ο ο­ποί­ος α­ρι­στε­ρά και δε­ξιά φέ­ρει τις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές α­θω­νι­κές κόγ­χες, δη­λα­δή τους χο­ρούς. Του κυ­ρί­ως να­ού προ­η­γεί­ται ευ­ρύ­χω­ρος ε­σω­νάρ­θη­κας (λι­τή) με ω­ραί­ο τρούλ­λο στο κέν­τρο του, α­νά­λο­γο με ε­κεί­νο του κυ­ρί­ως να­ού, στη­ρι­ζό­με­νο σε τέσ­σε­ρις πεσ­σούς.
Ο κυ­ρί­ως να­ός, ό­πως μαρ­τυ­ρεί η ε­πι­γρα­φή του (στο νό­τιο τοί­χο), τοι­χο­γρα­φή­θη­κε το 1548. Δεν α­να­γρά­φε­ται το ό­νο­μα του ζω­γρά­φου, ό­μως η τε­χνι­κή, το χρώ­μα, οι κι­νή­σεις και η δι­ά­τα­ξη των μορ­φών και των σκη­νών, και γε­νι­κό­τε­ρα τα τε­χνο­τρο­πι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των τοι­χο­γρα­φι­ών αυ­τών, που εί­ναι ί­δια με ε­κεί­να των τοι­χο­γρα­φι­ών του πα­ρεκ­κλη­σί­ου του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου στη Μο­νή της Με­γί­στης Λαύ­ρας (στο Ά­γιον Ό­ρος), το ο­ποί­ο α­γι­ο­γρά­φη­σε (σύμ­φω­να με την ε­πι­γρα­φή του) στα 1560 ο Θη­βαί­ος ζω­γρά­φος Φράγ­κος Κα­τε­λά­νος, α­πο­δί­δουν με βε­βαι­ό­τη­τα την α­γι­ο­γρά­φη­ση του κυ­ρί­ως να­ού της Μο­νής Βαρ­λα­άμ στον ί­διο δι­ά­ση­μο καλ­λι­τέ­χνη. Στο Φράγ­κο Κα­τε­λά­νο α­πο­δί­δε­ται ε­πί­σης, με βά­ση τε­χνο­τρο­πι­κά πά­λι κρι­τή­ρια, και η ι­στό­ρη­ση του κα­θο­λι­κού της Μο­νής του Ο­σί­ου Νι­κά­νο­ρα στη Ζά­βορ­δα των Γρε­βε­νών.

Στον τρούλ­λο ε­πά­νω ει­κο­νο­γρα­φεί­ται ο Παν­το­κρά­το­ρας ως Δί­και­ος Κρι­τής, στο τύμ­πα­νο η τι­μη­τι­κή χο­ρεί­α των προ­φη­τών και αγ­γέ­λων, στα σφαι­ρι­κά τρί­γω­να οι τέσ­σε­ρις ευ­αγ­γε­λι­στές, α­πό τους ο­ποί­ους ο Λου­κάς πα­ρι­στά­νε­ται να «ι­στο­ρεί» την ει­κό­να της Θε­ο­τό­κου. Στις δύ­ο πλευ­ρι­κές κόγ­χες, τους χο­ρούς, του κυ­ρί­ως να­ού ει­κο­νί­ζον­ται ο­λό­σω­μοι στρα­τι­ω­τι­κοί ά­γιοι, ε­νώ οι ψη­λό­τε­ρες ε­πι­φά­νει­ες των τοί­χων εί­ναι κα­τά­γρα­φες με πο­λυ­πρό­σω­πες συν­θέ­σεις, παρ­μέ­νες α­πό τη ζω­ή και το πά­θος του Κυ­ρί­ου κα­θώς και α­πό το πά­θος του Κυ­ρί­ου κα­θώς και α­πό το ε­ορ­το­λό­γιο γε­νι­κό­τε­ρα της Εκ­κλη­σί­ας. Στο δυ­τι­κό τοί­χο, πά­νω α­πό την εί­σο­δο, η κα­θι­ε­ρω­μέ­νη πα­ρά­στα­ση της Κοι­μή­σε­ως της Θε­ο­τό­κου˙ στο κέν­τρο δε­σπό­ζουν το ά­ψυ­χο σώ­μα της Πα­να­γί­ας πά­νω στη νε­κρι­κή κλί­νη και ο Χρι­στός που κρα­τά­ει τρυ­φε­ρά την α­μό­λυν­τη ψυ­χή της πά­να­γνης μη­τέ­ρας του˙ α­ρι­στε­ρά και δε­ξιά άγ­γε­λοι, οι α­πό­στο­λοι και ι­ε­ράρ­χες. Θαυ­μά­σια η α­πό­δο­ση και με­μο­νω­μέ­νων μορ­φών α­γί­ων, ό­πως των γλυ­κύ­φθογ­γων με­λω­δών της Εκ­κλη­σί­ας Ι­ω­άν­νη Δα­μα­σκη­νού και Κο­σμά του Μα­ϊ­ου­μά.

Στους α­να­το­λι­κούς πεσ­σούς, στα πλά­για του τέμ­πλου, ει­κο­νί­ζον­ται ο­λό­σω­μοι α­ρι­στε­ρά η Πα­να­γί­α και δε­ξιά ο Χρι­στός, που με τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και πλού­σια δι­α­κο­σμη­μέ­να φω­το­στέ­φα­νά τους θυ­μί­ζουν έν­το­να φο­ρη­τές ει­κό­νες, ό­πως συμ­βαί­νει και με άλ­λες με­μο­νω­μέ­νες μορ­φές α­γί­ων και αρ­χαγ­γέ­λων (Ι­ω. Προ­δρό­μου, Αρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ κ.α.­). Στους δυ­τι­κούς πεσ­σούς ι­στο­ρούν­ται οι κτί­το­ρες της μο­νής με τη μο­να­χι­κή τους πε­ρι­βο­λή, γε­μά­τοι ευ­λά­βεια και τα­πεί­νω­ση, α­ρι­στε­ρά κά­τω α­πό την Πα­να­γί­α ο Θε­ο­φά­νης, κρα­τών­τας, ό­πως συ­νη­θί­ζε­ται, και προ­σφέ­ρον­τας πε­ρί­τε­χνο ο­μοί­ω­μα του κτί­σμα­τός τους, και δε­ξιά κά­τω α­πό το Χρι­στό ο Νε­κτά­ριος.
Στην κόγ­χη του ι­ε­ρού εν­τυ­πω­σιά­ζει η ε­πι­βλη­τι­κή πα­ρά­στα­ση της Πλα­τυ­τέ­ρας των Ου­ρα­νών με τη λάμ­ψη του χρυ­σού και των άλ­λων χρω­μά­των της και τη γλυ­κύ­τη­τα στην έκ­φρα­ση του προ­σώ­που της. Πιο κά­τω η γε­μά­τη ι­ε­ρο­πρέ­πεια και μυ­στι­κή κα­τά­νυ­ξη πα­ρά­στα­ση των αγ­γέ­λων ως λει­τουρ­γών του Υ­ψί­στου.
Η λαμ­πρή τοι­χο­γρά­φη­ση του κυ­ρί­ως να­ού του κα­θο­λι­κού της Μο­νής Βαρ­λα­άμ έ­χει ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ει­κο­νο­γρα­φί­ας του Φράγ­κου Κα­τε­λά­νου, την α­φη­γη­μα­τι­κή λε­πτο­μέ­ρεια και α­νά­λυ­ση των ι­στο­ρι­κών γε­γο­νό­των στις ει­κο­νο­γρα­φού­με­νες συν­θέ­σεις α­πό το έ­να μέ­ρος, και τον έν­το­νο ρε­α­λι­σμό α­πό το άλ­λο, δά­νει­ο ί­σως και ε­πί­δρα­ση της ι­τα­λι­κής τέ­χνης. Ο Φράγ­κος Κα­τε­λά­νος δεν μπό­ρε­σε βέ­βαι­α να α­πο­φύ­γει εν­τε­λώς την ε­πί­δρα­ση του με­γά­λου Κρη­τι­κού ζω­γρά­φου Θε­ο­φά­νη, αλ­λά, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Α. Ξυγ­γό­που­λος, «το έρ­γον του θα η­δύ­να­το να χα­ρα­κτη­ρι­σθή ως μί­α αν­τί­δρα­σις εις τον γε­νι­κόν θαυ­μα­σμόν και την, κα­τά τι­να τρό­πον, υ­πο­δού­λω­σιν εις την τέ­χνην του με­γά­λου Κρη­τός καλ­λι­τέ­χνου.
Δε­κα­ο­χτώ χρό­νια με­τά με­τά την ι­στό­ρη­ση του κυ­ρί­ως να­ού, στα 1566, σύμ­φω­να με τις ε­πί­ση­μες ε­πι­γρα­φι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, τοι­χο­γρά­φη­σαν το νάρ­θη­κα (λι­τή)˙ του κα­θο­λι­κού, με έ­ξο­δα του ε­πι­σκό­που Βελ­λάς Ι­ω­αν­νί­νων Αν­τω­νί­ου Α­ψα­ρά, οι αυ­τά­δελ­φοι Θη­βαί­οι α­γι­ο­γρά­φοι, ο Γε­ώρ­γιος ι­ε­ρέ­ας και σα­κελ­λά­ριος Θη­βών και ο Φράγ­κος. Οι δύ­ο αυ­τοί α­δελ­φοί ζω­γρά­φοι, ό­πως α­πο­δει­κνύ­ουν οι κτι­το­ρι­κές ε­πι­γρα­φές εκ­κλη­σι­ών στα χω­ριά της Η­πεί­ρου Κρά­ψη και Κλη­μα­τιά η Βελ­τσί­τσα, έ­φε­ραν το ε­πώ­νυ­μο Κον­τα­ρής. Το να­ό του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου της Κρά­ψης α­γι­ο­γρά­φη­σαν α­πό κοι­νού οι α­δελ­φοί Κον­τα­ρή­δες στα 1563, ε­νώ το να­ό της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως του Σω­τή­ρος της Κλη­μα­τιάς μό­νος ο Φράγ­κος Κον­τα­ρής στα 1568.

Στην κο­ρυ­φή του τρούλ­λου του νάρ­θη­κα κυ­ρια­ρχεί η πα­ρά­στα­ση του Παν­το­κρά­το­ρα. Στον α­να­το­λι­κό τοί­χο η πο­λυ­πρό­σω­πη σύν­θε­ση της Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας με ό­λες τις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές σκη­νές της α­δέ­κα­στης ε­κεί­νης Κρί­σης. Στο δυ­τι­κό τοί­χο η εν­τυ­πω­σια­κή αλ­λη­γο­ρι­κή πα­ρά­στα­ση του ό­σιου α­σκη­τή Σι­σώ­η, ο ο­ποί­ο θρη­νεί πά­νω α­πό τον α­νοι­κτό τά­φο με το γυ­μνό σκε­λε­τό του έν­δο­ξου στρα­τη­λά­τη και κο­σμο­κα­τα­κτη­τή Με­γά­λου Α­λε­ξάν­δρουμ συμ­βο­λί­ζει τη φι­λο­σο­φί­ας της μα­ται­ό­τη­τας των εγ­κο­σμί­ων και την α­δυ­σώ­πη­τη και α­να­πό­φευ­κτη μοί­ρα του θα­νά­του για κά­θε άν­θρω­πο α­νε­ξαί­ρε­τα: «Πάν­τα μα­ται­ό­της τα αν­θρώ­πι­να ό­σα ουχ υ­πάρ­χει με­τά θά­να­το­ν˙ ου πα­ρα­μέ­νει ο πλού­τος, ου συ­νο­δεύ­ει η δό­ξα˙ ε­πελ­θών γαρ ο θά­να­τος, πάν­τα ταύ­τα ε­ξη­φά­νι­σται…­».
Στο α­να­το­λι­κό τμή­μα του νό­τιου τοί­χου ει­κο­νί­ζον­ται πά­νω α­πό τον τά­φο τους οι ό­σιοι κτί­το­ρες Νε­κτά­ριος και Θε­ο­φά­νης, κρα­τών­τας α­πό κοι­νού ο­μοί­ω­μα του να­ού˙ τα αυ­στη­ρά α­σκη­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και η υ­περ­κό­σμια γα­λή­νη το­νί­ζον­ται ι­ο­δι­αί­τε­ρα στις ε­ξα­ϋ­λω­μέ­νες μορ­φές τους. Στους α­να­το­λι­κούς πεσ­σούς, α­ρι­στε­ρά η Πα­να­γί­α η Με­σί­τρια και Προ­στά­τις των Χρι­στια­νών και δε­ξιά ο Χρι­στός. Ό­λες οι λοι­πές ε­πι­φά­νει­ες των τοί­χων εί­ναι κα­τά­γρα­φες με σκη­νές μαρ­τυ­ρί­ων, ο­λό­σω­μους α­γί­ους, ό­σιους α­σκη­τές κ.α.
Ε­πι­γρα­φή πά­νω α­πό την τοι­χο­γρα­φί­α της Πα­να­γί­ας στο νάρ­θη­κα, α­ρι­στε­ρά, μας πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι «εν έ­τει δε Χρι­στού αψπ  [=1780] και αψπβ  [=1782] α­νε­και­νί­σθη ά­πα­σα η ι­στο­ρί­α του α­γί­ου βή­μα­τος του κα­θο­λι­κού και νάρ­θη­κος τού­του δια συν­δρο­μής και δα­πά­νης του τα­πει­νού ε­πι­σκό­που Στα­γών Παρ­θε­νί­ου εις μνη­μό­συ­νον και ψυ­χι­κήν αυ­τού σω­τη­ρί­αν». Πρό­κει­ται για το γνω­στό λό­γιο και δρα­στή­ριο ε­πί­σκο­πο Στα­γών Παρ­θέ­νιο (Μαρτ. 1751 - + 26 Μαρτ. 1784), ο ο­ποί­ος υ­πήρ­ξε α­δελ­φός της μο­νής και με­γά­λος ευ­ερ­γέ­της και δω­ρη­τής. Με­τα­ξύ των άλ­λων δώ­ρι­σε στη μο­νή και το α­ξι­ό­λο­γο προ­σω­πι­κό του αρ­χεί­ο κα­θώς και τη βι­βλι­ο­θή­κη του. Με προ­σω­πι­κά του έ­ξο­δα έ­κτι­σε τον ε­ξω­νάρ­θη­κα του κα­θο­λι­κού, τον ο­ποί­ο α­πο­τε­λού­σε στο­ά με κα­μά­ρες σε δι­πλή σει­ρά, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται και πε­ρι­γρά­φε­ται στο στι­χούρ­γη­μα του ι­ε­ρο­μο­νά­χου Γα­βρι­ήλ Α­γι­α­μο­νί­τη (1786). Ο ε­ξω­νάρ­θη­κας αυ­τός δι­α­τη­ρή­θη­κε, φαί­νε­ται, ως το 1857, ο­πό­τε, ό­πως έ­δει­χνε εν­τοι­χι­σμέ­νη ε­πι­γρα­φή, α­να­και­νί­στη­κε η α­να­κτί­στη­κε στο ί­διο σχέ­διο, και τε­λι­κά αν­τι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό το ση­με­ρι­νό ε­ξω­νάρ­θη­κα με τον ξε­νώ­να στον ε­πά­νω ό­ρο­φο, ε­πί μη­τρο­πο­λί­τη Τρίκ­κης και Στα­γών Πο­λυ­κάρ­που [Θω­μά] και η­γου­μέ­νου της μο­νής Χρι­στο­φό­ρου Μά­η, ό­πως μαρ­τυ­ρεί μαρ­μά­ρι­νη εν­τοι­χι­σμέ­νη πλά­κα του έ­τους 1930.

Α­ξι­ο­πρό­σε­κτο για τη λε­πτή και πε­ρί­τε­χνη ε­πε­ξερ­γα­σί­α του εί­ναι το ξυ­λό­γλυ­πτο ε­πι­χρυ­σω­μέ­νο τέμ­πλο του κυ­ρί­ως να­ού του κα­θο­λι­κού, κα­θώς και ο η­γου­με­νι­κός θρό­νος και τα δύ­ο α­να­λό­για με πλού­σια και ω­ραί­α δι­α­κό­σμη­ση α­πό φίλ­ντι­σι˙ ε­πι­γρα­φή στο έ­να α­πό αυ­τά μας πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι κα­τα­σκευ­ά­στη­καν ε­πί ε­πι­σκό­που Στα­γών Πα­ϊ­σί­ου (του Κλει­νο­βί­τη, 1784-1808) και η­γου­μέ­νου της μο­νής Α­να­το­λί­ου.