Oxygen Blue

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Οι τρεις σταθμοί της Θρησκευτικής λαογραφίας του καλοκαιριού (Αγία Παρασκευή, Σωτήρος, Δεκαπενταύγουστος)

του Γρηγόρη Γ. Καλύβα

Αναμφίβολα στο Ορθόδοξο εορτολόγιο, κυρίως δε στο Ελληνικό Ορθόδοξο εορτολόγιο, οι μεγάλες γιορτές είναι κατανεμημένες με πραγματικά σοφό τρόπο, ώστε στον ετήσιο κύκλο του χρόνου αφενός να μην παρουσιάζονται κενά ή χάσματα, αφετέρου δε συνυφαίνονται με τον αγροτικό κύκλο ζωής στην ύπαιθρο χώρα με τις κατά τόπους ιδιομορφίες και την ζώσα παράδοση.
Οι άνθρωποι οργάνωσαν την ζωή τους με βάση την αλληλουχία των γεωργοκτηνοτροφικών τους  ασχολιών και την διαδοχή των θρησκευτικών εορτών  δίνοντας   έτσι την ευκαιρία να ζει  με εναλλαγές αργίας και εργασίας, καμάτου και ραστώνης, διασκέδασης και φροντίδας για την επιβίωση της οικογένειας.
Οι εναλλαγές μάλιστα αυτές είναι που προσδιορίζουν την αίσθηση και την κατανόηση του χρόνου σε ένα παραδοσιακό πολιτισμικό σύστημα, καθορίζοντας την ουσιαστική μορφή της καθημερινής ζωής.


Στα  καθ’  ημάς  οι τρεις κυριότεροι σταθμοί του καλοκαιρινού εορταστικού εορτολογίου είναι  της Αγίας Παρασκευής, του Σωτήρος (εορτή της Μεταμόρφωσης) και φυσικά του δεκαπενταύγουστου (κοίμηση της Θεοτόκου) που αποτελεί  και  το Πάσχα του Καλοκαιριού.
Πρόκειται για γιορτές με σπουδαία λαϊκή απήχηση και ευδιάκριτη θρησκευτική σπουδαιότητα, οι οποίες παραλλήλως σηματοδοτούν και το πέρασμα από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο. Και τούτο επειδή ο λαϊκός άνθρωπος συνδέει πάντοτε τις παραγωγικές του δραστηριότητες με την θρησκευτική του πίστη, ώστε οι γιορτές να μην είναι μόνο θρησκευτικά γεγονότα, αλλά να αποτελούν παραλλήλως κοινωνικά και βιοτικά βιώματα, σταθμούς που ορίζουν το παρελθόν και το μέλλον της παραδοσιακής κοινότητας.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά !!!


Της Αγίας Παρασκευής

Πρόκειται για μια από τις πλέον τιμημένες γυναίκες στο Ελληνικό Ορθόδοξο εορτολόγιο όπως μαρτυρούν οι αναρίθμητες εκκλησιές, τα εξωκκλήσια και τα εικονοστάσια που κοσμούν τα ορεινά κυρίως χωριά μας.
Αν κει δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο που να μαρτυρεί αυτήν την αγάπη του κόσμου στην Οσιοπαρθενομάρτυρα Παρασκευή, εν τούτοις ο λαός μας την ξεχώρισε από την χωρία των οσίων, μαρτύρων και αγίων της εκκλησίας και την τιμά ιδιαίτερα, τιμώντας ίσως το μέγιστο ηθικό της ανάστημα και την τόλμη ομολογίας της πίστης της στον Σωτήρα Χριστό.
Της Αγίας Παρασκευής πανηγυρίζουν τα περισσότερα ορεινά χωριά μας και η συνύφανση πίστης, παράδοσης, ηθών και εθίμων του κάθε χωριού και της κάθε περιοχής, συνθέτει τον πρώτο σταθμό του καλοκαιριού για τις τοπικές κοινωνίες που συναθροίζονται οίκαδε ανασυστείνοντας των Ελλήνων τις κοινότητες σε ένα αντάμωμα χαράς, ψυχικής ευφορίας και ψυχαγωγίας πάντα στο πνεύμα του συναμφότερον που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα, ή την χαρμολύπη.

Εκεί, κάτω από την σκέπη της Αγίας Παρασκευής, στην μεγάλη εκκλησία που υπάρχει στη χάρη της, προσεύχονται, παρακαλούν την Οσία για ένα θαύμα, ευχαριστούν για την συνδρομή και βοήθειά της και όλοι μαζί μετά στο μεσοχώρι, στον παχύ ίσκιο των αιωνόβιων πλατάνων, στην αγκαλιά της φυσικής ομορφιάς που ξεχειλίζει, τραγουδούν και χορεύουν αντάμα, πότε τις χαρές και πότε τις λύπες τους.
Είναι αυτή η αξεπέραστη εικόνα της ελληνικής υπαίθρου που σε σαγηνεύει έστω και στην σύγχρονη εκδοχή της.

Του Σωτήρος

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, τ ’ Άγια Σωτήρα, όπως την αποκαλεί ο λαός μας, αποτελεί τον δεύτερο σταθμό του καλοκαιρινού θρησκευτικού εορτολογίου και, ως σπουδαία δεσποτική εορτή, αποτελεί εξαίρεση εθιμικά καθιερωμένης ιχθυοφαγία μέσα στην σύντομη αλλά αυστηρή νηστεία του Δεκαπενταύγουστου που για την περιοχή μας συνδυάζεται με τα νηστίσιμα που παράγει η ελληνική γη , τα όσπρια και δει τα φασόλια.
Φαίνεται ότι το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Ιησού στο όρος του Θαβώρ επηρέασε σημαντικά τους ανθρώπους και έτσι το ενέταξαν στον θρησκευτικό και κοινωνικό τους βίο σηματοδοτώντας ίσως την ψυχική μεταμόρφωση.
Και βέβαια δεν είναι λίγοι οι ναοί και τα εξωκκλήσια που είναι αφιερωμένα στο Μέγα αυτό γεγονός και ανήμερα της εορτής προσφέρουν τα πρώτα σταφύλια της χρονιάς για να ευλογηθούν από τον ιερέα μετά την θεία λειτουργία και να διανεμηθούν ως ευλογία στους πιστούς.
Πρόκειται, όπως πολλοί υποστηρίζουν, για το αρχαίο έθιμο των απαρχών, της προσφοράς δηλαδή των πρώτων καρπών στον Θεό, μια μορφή αναίμακτης τελετουργικής θυσιαστικής προσφοράς, που πέρασε και στον χριστιανισμό. Ο λαϊκός άνθρωπος, προσκομίζοντας για ευλογία τις απαρχές των καρπών και των γεννημάτων του, αναθέτει ουσιαστικά την ελπίδα της επιβίωσής του στον Θεό, από τον οποίο ζητά ευλαβικά να συνεργήσει, για να επιτύχει η σοδειά, από την οποία εξαρτάται και η επιβίωση ολόκληρης της παραδοσιακής κοινότητας.
Ήδη στους Αποστολικούς Κανόνες επιτρέπεται η προσαγωγή στον ναό σταφυλιών, όχι όμως και άλλων οπωρικών, ενώ ο Θεόδωρος Βαλσαμών, ερμηνεύοντας τον Δ΄ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, ερμηνεύει την εξαίρεση αυτή των σταφυλιών από το ότι το κρασί, που προέρχεται από αυτά, χρησιμοποιείται για την παρασκευή της θείας κοινωνίας.

Δεκαπενταύγουστος

Τιμώμενο πρόσωπο η Παναγιά μας. Η μάνα όλων, η παρηγορήτρα μας, η καταφυγή μας, η ελπίδα μας.
Η κοίμησή της αποτελεί τον μεγαλύτερο σταθμό του καλοκαιρινού εορτολογίου που πολλοί ονομάζουν Πάσχα Καλοκαιρινό.
Αιώνες οι λαϊκοί άνθρωποι αποδίδουν στην Παναγία, ως θεϊκή μορφή γυναικεία, στοργικότητα και συμπόνια έχοντας, δίπλα στα λόγια και θρησκευτικά υμνητικά της επίθετα,Παντάνασσα, Πανάχραντος, Ρόδον Αμάραντον, δημιουργήσει επωνυμίες λατρευτικές συχνά ποιητικές, με πιο ωραίο ίσως τον συνδυασμό θρησκευτικών γραφών και παγανιστικών μύθων:Παναγία η γοργόνα, που συγκίνησε τόσο τον Μυριβήλη.
Η λαϊκή σοφία κατέφυγε στην Παναγία για τον πόνο και τον φόβο του κακού και του θανάτου και την ύμνησε: Σωτήρα, Γιάτρισσα, Ελεούσα, Καταφυγή, Παυσολύπη, Παρηγορήτρα και Παρηγορίτισσα.
Την ταύτισε με τα φυσικά φαινόμενα και την ονόμασε Αγιοηλιώτισσα, Παναγία της Βροχής και Παναγιά του Βρόντου.
Είδε στην ομορφιά της κομμάτι από την εικόνα του ελληνικού τοπίου: Ηλιόκαλλη, Λουλουδιανή και Δροσιανή, Ποταμίτισσα, Θαλασσινή, Πελαγιανή και Θαλασσίτρα.
Την είδαν οι φτωχοί άνθρωποι μέρος από τις αγωνίες και τις ανάγκες τους: Παναγιά Νεροχιονίτισσα και Ξεροπηγαδιώτισσα, Θαλασσομάχισσα και Θαλασσομαχούσα. Την ύμνησαν ακόμα Παναγιά Αχιβάδενα, Ακρωτηριανή και Κυπαρισσιώτισσα, Παναγία Χελιδονού και Παναγιά της Αμμου.
Την επικαλέστηκαν καθ΄ομοίωσιν όλων των κατατρεγμένων.
Ξενοπούλα και Παναγιά των Ξένων, Παναγιά Αρβανίτισσα κι ακόμα Μαύρη Παναγιά και Παναγία Αράπισσα. Υστερα το νήμα το παίρνει ο ποιητής.
Αναμειγνύει θρησκευτικές, λόγιες, λαϊκές και παγανιστικές απεικονίσεις, ενώνει το βυζαντινό λατρευτικό με τη λαϊκή ποιητική δημιουργία κι ακόμα την αρχαιότατη μυθολογία.
Στις εκκλησιές, προ του επιταφίου, το βράδυ της παραμονής της εορτής ακούγονται οι ύμνοι προς το πρόσωπό της, το τροπάριο «ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΘΕΝΤΕΣ ΕΝ ΘΑΔΕ, ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΚΕΙΔΕΥΣΑΤΕ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ...»
Ο κόσμος κατακλύζει τους ναούς και τα εξωκκλήσια, προσεύχεται ευλαβικά προ του αμόλυντου και άσπιλου θείου σκυνώματός της, επικαλούμενοι την μεσιτεία της και ανήμερα της εορτής, μετά την θεία λειτουργία, ακολουθεί το πανηγύρι του χωριού σε ατμόσφαιρα χαρμολύπης.