Oxygen Blue

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Μετεωρίτικοι αντίλαλοι (α' μέρος)

του Στέφανου Αργ. Θανασούλα


Ιερά Μονή Ρουσάνου
Ο γνωστός λόγιος συγγραφέας, ο αείμνηστος Στέφανος Θανασούλας, μας δίνει μια θαυμάσια και πολύ γλαφυρή περιγραφή των Μετεώρων και τί σημαίνουνουν αυτά για τους κατοίκους της περιοχής. Είναι πιστεύουμε η πλέον αυθεντική, αξιόπιστη και διαχρονική μαρτυρία από έναν άνθρωπο που αγάπησε και ασχολήθηκε όσο ελάχιστοι με τις παραδόσεις του τόπου του και εκφράζει την συλλογική συνείδηση της τοπικής κοινωνίας.

Πό­σες φο­ρές, θυ­μά­μαι, μι­κρό ά­γου­ρο κι α­νή­ξε­ρο μ΄ έ­φερ­νε «γκα­λι­αγ­κό­τσια» (στους ώ­μους) η μά­να μου, προ­σκυ­νη­τή –με κά­ποι­ο της ί­σως τά­μα- στη χά­ρη του Α­γί­ου Στε­φά­νου, της Α­γί­ας Τριά­δας ή τ’ Αρ­σά­νι. Ή­ταν τα μό­να, στα ο­ποί­α ε­πι­τρε­πό­ταν η εί­σο­δος των γυ­ναι­κών, απ΄ τα πέν­τε μο­να­στή­ρια των Με­τε­ώ­ρων.
Πό­σες πά­λι φο­ρές, θυ­μά­μαι, με­γα­λύ­τε­ρο παι­δί, μ’ άλ­λους συ­νο­μή­λι­κούς μου κά­που–κά­που σκα­στοί α­π’ το σχο­λεί­ο μας ό­λοι, σε κά­ποι­α μο­να­στη­ριού γι­ορ­τή ή α­κό­μα κι έ­τσι λέ­γα­με: «πά­με στα μο­να­στή­ρια». Κι ο­δη­γου­μέ­νοι α­πό έ­να σω­ρό συ­ναι­σθή­μα­τα που μας πλημ­μυ­ρί­ζαν, παίρ­να­με με μιαν α­νά­σα την α­νη­φο­ριά, πη­δών­τας βρα­χά­κια και περ­νών­τας νε­ρο­συρ­μι­ές και μι­κρο­θά­μνια που φυ­τρώ­ναν ζερ­βά δε­ξιά στο μο­νο­πά­τι. Και δεν αρ­γού­σα­με να σκαρ­φα­λώ­σου­με στη στιγ­μή στ’ α­νε­μό­δαρ­τα, τα γυ­μνά, τα νε­ρο­φα­γω­μέ­να κά­ποι­ου βρά­χου μά­γου­λα, ν’ α­κρο­ζυ­γι­α­στού­με στο γκρε­μό, στην ά­βυσ­σο, ν’ α­νε­βο­κα­τε­βού­με ξύ­λι­νες α­νε­μό­σκα­λες στο χά­ος κρε­να­σμέ­νες, που ό­λο έ­τρι­ζαν στο κά­θε πά­τη­μά μας. Πα­ρά­πο­νό μας μό­νο έ­μει­νε, για­τί οι κα­λό­γε­ροι πο­τέ δεν ή­θε­λαν να μας α­νε­βά­σουν ψη­λά με το «βρυ­ζό­νι» ή το «δί­χτυ» παρ’ ό­λα μας τα πα­ρα­κα­λε­τά κι άς, πολ­λές φο­ρές, βο­η­θού­σα­με μ’ αυ­τά ν’ α­νε­βά­σουν πράγ­μα­τά τους ή και τις τό­σες τους σο­δει­ές α­π’ τ’ αμ­πέ­λια τα «βα­κού­φι­κα», τα χω­ρά­φια, τα κο­πά­δια, τα με­λίσ­σια τους. 
Ά­γνω­ρος για μας ο κίν­δυ­νος, ξέ­νος ο ί­λιγ­γος κι ο φό­βος. Λεύ­τε­ρη ή­ταν η ψυ­χή μας στη θέ­α του α­πύθ­με­νου, και την καρ­διά μας φτέ­ρω­νε η κα­τα­κό­ρυ­φη α­νά­τα­ση των βρά­χων των γι­γάν­τι­ων, των φο­βε­ρών, π’ αν­τι­βο­ού­σαν α­π’ τις φω­νές και τα τρα­γού­δια στο γυ­ρι­σμό μας τον ο­λό­χα­ρο.
Πολ­λές φο­ρές πά­λι, θυ­μά­μαι, αν­τρω­μέ­νος πια, α­νη­φό­ρι­ζα να φτά­σω, να σκαρ­φα­λώ­σω, (ν’ α­νέ­βω), υ­πο­μο­νε­τι­κός προ­σκυ­νη­τής του θεί­ου με­γα­λεί­ου, σε κά­ποι­ο α­π’ τα πέν­τε των Με­τε­ώ­ρων μο­να­στή­ρια, τα ό­σα α­π’ τα εί­κο­σι τέσ­σε­ρα εί­χε η Σκή­τη της Δού­πια­νης ή των Στα­γών, η ε­πι­σκο­πή τους, στη με­γά­λη τους ακ­μή: τον Ά­γιο Στέ­φα­νο, την Α­γί­α Τριά­δα, το Αρ­σά­νι ή Ρου­σά­νι, το Βαρ­λα­άμ και το Με­γά­λο Με­τέ­ω­ρο ή Με­τα­μόρ­φω­ση.
Αυ­τά μό­νο ο χρό­νος κι η εγ­κα­τά­λει­ψη δεν εί­χαν ρει­πιά­σει και σα­ρώ­σει κι αυ­τά στά­θη­καν ο κό­σμος ό­λων αυ­τών που αρ­νή­θη­καν τα εγ­κό­σμια. Ι­σορ­ρο­πούν στο χά­ος κι α­πλώ­νουν στην ά­βυσ­σο στέ­γες, ε­ξώ­στες, στο­ές, κον­τά σ’ άλ­λους έ­να σω­ρό, ως χί­λιους βρά­χους. Εί­ναι, λες, πέ­τρι­νο δά­σος, πα­ρά­ξε­νο, μυ­θι­κό, μ’ άλ­λους μι­κρούς και σκε­λε­τω­μέ­νους –ό­λους ξώ­κο­σμους και υ­περ­γή­ι­νους- α­πο­λι­θω­μέ­νους μυ­θι­κούς γί­γαν­τες.
Μπρο­στά στους γι­γαν­τό­βρα­χους τού­τους νι­ώ­θει ο κα­θείς νά­νος, γί­νε­ται μι­κρό παι­δί που α­τε­νί­ζει μ’ έκ­δη­λη έκ­πλη­ξη αυ­τό το μα­γευ­τι­κό θέ­α­μα. Σφίγ­γε­ται η ψυ­χή σου σαν αν­τι­κρί­ζεις έ­ναν ε­δώ, άλ­λον ε­κεί, κά­ποι­ον πα­ρα­πέ­ρα, θαρ­ρών­τας πως α­πό στιγ­μή σε στιγ­μή φο­βε­ρί­ζουν να πέ­σουν, να σω­ρια­στούν στο βά­ρα­θρο.
Α­κό­μα και πριν αρ­κε­τά χρό­νια οι αρ­θρω­τές ξυ­λα­νε­μό­σκα­λες των με­τε­ω­ρί­τι­κων μο­να­στη­ρι­ών κι η α­νά­βα­σή τους ή­ταν ε­πι­τή­δει­ος α­κρο­βα­τι­σμός. Και σι­γά-σι­γά κα­νείς δεν τ’ α­πο­φά­σι­ζε ού­τε να δο­κι­μά­σει ν’ α­νε­βεί τα πρώ­τα σκα­λο­πά­τια τους. Μό­νο λί­γοι τ’ α­πο­φά­σι­ζαν να μπουν στο χον­τρό σκοι­νί, που α­πό ψη­λά τρα­βού­σαν κα­λό­γε­ροι γυ­ρί­ζον­τας την «α­νέ­μη».
Α­κό­μα μέ­νουν και ξυ­πνούν πλή­θος θύ­μη­σες πα­λι­ές σ’ ό­σους σκαρ­φά­λω­σαν στην α­νε­μό­σκα­λα κι έ­φτα­σαν ε­κεί ψη­λά. Και νοι­ώ­θουν τρα­νό το θαυ­μα­σμό μα­ζί και κά­ποι­ο φό­βο στην σκέ­ψη πώς τολ­μού­σαν κά­πο­τε να κρε­μα­στούν στο χά­ος, α­νά­με­σα γης και ου­ρα­νού, μ’ α­νά­ε­ρο κι α­νά­πε­το δί­χτυ που με­τε­ω­ρι­ζό­ταν, δί­χως να τρέ­μουν συγ­κορ­μοι, να στα­μα­τά η α­νά­σα τους.
Α­σφα­λι­σμέ­να κι ά­φο­βα, ό­πως και τώ­ρα, α­νέ­βαι­να, θυ­μά­μαι, κι άς το πω, ώς την ε­ξώ­πορ­τα του μο­να­στη­ριού του Βαρ­λα­άμ ή της Με­τα­μόρ­φω­σης. Ξε­περ­νού­σαν θ­υ­μά­μαι τα ε­κα­τό στο κα­θέ­να.

Ε­κεί ψη­λά, α­πο­θαυ­μά­ζον­τας τη γύ­ρω θέ­α, έ­νι­ω­θα πάν­τα σα να σί­μω­να στο Θε­ό, τό­σο κον­τά, θαρ­ρών­τας πως άν εί­χα την α­φο­βιά να ση­κώ­σω ψη­λά τα χέ­ρια θ’ άγ­γι­ζα τα δά­χτυ­λά μου στην ά­κρη του θρό­νου του. 
Πό­σες φο­ρές δε βρέ­θη­κα σε κά­ποι­ο της πέ­τρι­νης πο­λι­τεί­ας με­τε­ω­ρί­τι­κο μο­να­στή­ρι, σ’ έ­να α­π’ τα πέν­τε ε­κεί­να ή στου Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου του Α­να­παυ­σά που πριν λί­γα χρό­νια α­νοι­κο­δο­μή­θη­κε και ξα­νά­γι­νε ό­πως ή­ταν τό­τε που πρωτ­χτί­στη­κε. Έ­φτα­να τώ­ρα, σε λί­γα μό­νο της ώ­ρας λε­φτά, κα­θώς ο α­σφαλ­το­στρω­μέ­νος α­π’ την Κα­λαμ­πά­κα μέ­χρι σ’ αυ­τά δρό­μος, ξε­ψυ­χά­ει κά­τω α­π’ τις γρή­γο­ρες στρο­φές των τρο­χών κά­ποι­ου αυ­το­κι­νή­του, που πλή­θος στη σει­ρά κά­θε στιγ­μή πά­νε κι έρ­χον­ται.
Α­μέ­τρη­τοι εί­ναι οι ντό­πιοι και οι ξέ­νοι α­πό χώ­ρες μα­κρι­νές, οι του­ρί­στες ό­πως τους λέ­νε σή­με­ρα, που έ­γι­νε μό­δα ο εκ­δρο­μι­σμός. Κα­θη­με­ρι­νά, κά­θε και­ρό και το χει­μώ­να α­κό­μα, ο­πό­τε το το­πί­ο δεί­χνει κά­τι α­σύλ­λη­πτο –α­δύ­να­το να το πε­ρι­γρά­ψω– αν­τι­κρί­ζον­τας το θέ­α­μα των Με­τε­ώ­ρων μ’ α­κό­ρε­στο το θαυ­μα­σμό και συγ­κι­νή­σεις ζω­η­ρές και θω­ρών­τας τη λί­θι­νη πο­λι­τεί­α με τους τι­τα­νό­βρα­χους, δεν μπο­ρεί πα­ρά να νι­ώ­θουν και να στο­χά­ζον­ται κά­ποι­ο σι­ω­πη­λό μή­νυ­μα σαν πνο­ή αύ­ρας λε­πτής, την ο­ποί­α συν­ταί­ρια­σαν η Φύ­ση, η Τέ­χνη κι ο Ορ­θό­δο­ξος Μο­να­χι­σμός.
Κά­θε φο­ρά π’ α­νέ­βαι­να σε κά­ποι­α με­τε­ω­ρί­τι­κη Μο­νή, έ­νι­ω­θα νά «με­ταρ­σι­ώ­νο­μαι, νά φτε­ρου­γί­ζ’ ο νους μου σ’ ά­γιους ο­ρί­ζον­τες κι η ψυ­χή μου να γε­μί­ζει ο­ξυ­γό­νο θεί­ας χά­ρι­τος». Αυ­τό το ο­ξυ­γό­νο α­νά­σαι­να ε­δώ πά­νω, στο χώ­ρο τον γε­μά­το ο­λον ι­ε­ρό­τη­τα, στην κά­θε γω­νιά του και ά­κρη, που πλημ­μύ­ρα γι­νό­ταν στην εκ­κλη­σιά του μέ­σα. Ε­κεί, σε κά­ποι­α ά­κρη της εκ­κλη­σιάς, πό­σες φο­ρές κι ώ­ρες πό­σες δεν έ­μει­να βου­βός, ρι­γών­τας κά­θε τό­σο σύγ­κορ­μα α­πό δέ­ος θρη­σκευ­τι­κό, κα­θώς α­πό κά­ποι­α α­γι­ο­γρα­φί­α που εί­χαν ι­στο­ρή­σει κο­ρυ­φαί­οι με­τα­βυ­ζαν­τι­νής ζω­γρα­φι­κής καλ­λι­τέ­χνες μο­να­χοί, έ­βλε­πα να ζων­τα­νεύ­ουν μορ­φές α­γί­ων πλή­θος ι­λα­ρές. Μα­ζί και πλή­θος πα­ρα­στά­σεις με συ­νε­παίρ­να­νε μα­κριά α­πό κά­θε γή­ι­νο και, κα­θώς το με­λισ­σο­κέ­ρι ευ­ω­δί­α­ζε κι έ­και­γε μο­σχο­λί­βα­νο, (φτι­αγ­μέ­νο α­πό κα­λο­γή­ρων χέ­ρια), με με­τε­ώ­ρι­ζαν με­τα­ξύ ου­ρα­νού καί γης. Με λύ­τρω­ναν, θαρ­ρού­σα, α­πό το σάρ­κι­νο και μ’ έ­φερ­ναν σε κά­ποι­ο άλ­λο ου­ρά­νιο κό­σμο.
Πό­σες πά­λι φο­ρές δεν έ­νι­ω­θα σαν σε έκ­στα­ση, κα­θώς α­πό της θο­λό­χτι­στης εκ­κλη­σιάς το ύ­ψος ξε­χώ­ρι­ζε το παν­τε­πο­πτι­κό του Παν­το­κρά­το­ρα όμ­μα, α­πό τού­τη τη με­ριά γλυ­κά να μου χα­μο­γε­λά­ει με κα­λο­σύ­νη, α­π’ ε­κεί­νη αυ­στη­ρά να με θε­ω­ρεί, να μ’ ευ­λο­γεί α­π’ την άλ­λη μ’ ά­πει­ρη την α­γά­πη του.
Πολ­λές φο­ρές πά­λι, σε κά­ποι­ου μο­να­στη­ριού γι­ορ­τή, σε κά­ποι­α ο­λο­νυ­χτί­α που ξα­γρύ­πνη­σα, θαρ­ρού­σα πως έ­φτα­ναν ο­λο­κά­θα­ρα, α­πα­λά, γλυ­κά στ’ α­φτιά μου υ­μνω­δί­ες χε­ρου­βι­κές, των Σε­ρα­φείμ δο­ξο­λο­γί­ες.
Ό­μως, και τώ­ρα, που ξω­μά­χος πια της δού­λε­ψης μου αρ­γο­σχο­λώ, νι­ώ­θω μια δύ­να­μη ά­γνω­ρη να με τρα­βά στων Με­τε­ώ­ρων βρά­χων ψη­λά τα μο­να­στή­ρια ε­πι­σκέ­πτη τους στο­χα­στι­κό κι ευ­λα­βι­κό προ­σκυ­νη­τή, με ί­δια συ­ναι­σθή­μα­τα σαν τό­τε.
Ε­δώ, ό­πως στα χρό­νια τα πα­λιά, έ­τσι και τώ­ρα μα κι α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο με κά­θε ά­νε­ση φτά­νουν κι εύ­κο­λα α­νε­βαί­νουν ψη­λά μι­κρά παι­διά, άν­τρες, γυ­ναί­κες –α­φού κα­ταρ­γή­θη­κε κι αυ­τό το «ά­βα­το» - και γέ­ροι, για να θαυ­μά­σουν το μο­να­δι­κό σ’ ό­λο τον κό­σμο το­πί­ο.
Των Με­τε­ώ­ρων τα έ­ξι μο­να­στή­ρια, που λει­τουρ­γούν σή­με­ρα, με­γα­λό­πρε­πα, κα­λο­φρον­τι­σμέ­να, φι­λό­ξε­να, α­πο­τε­λούν το κέν­τρο του με­τε­ω­ρί­τι­κου του­ρι­σμού.
Πλή­θος πάν­τα εί­ναι οι ε­πι­σκέ­πτες, μα και χι­λιά­δες οι προ­σκυ­νη­τές, κα­θώς τα Με­τέ­ω­ρα α­σκούν μια μα­γευ­τι­κή έλ­ξη με τη μο­να­δι­κό­τη­τα της δη­μι­ου­ρί­ας τους και τα μο­να­στή­ρια τους εί­ναι έ­νας τό­πος ι­δα­νι­κός γι’ α­νά­τα­ση ψυ­χι­κή, στο­χα­σμό και προ­σευ­χή. Ό­λα ε­δώ σ’ α­πο­μο­νώ­νουν, θαρ­ρείς, α­πό κά­θε μά­ται­ο και πρό­σκαι­ρο εγ­κό­σμιο, α­π’ το άγ­χος της ζω­ής και φέρ­νουν την ψη­χή σου σε δι­ά­λο­γο, με το αι­ώ­νιο, το α­λη­θι­νό.
Σ’ έ­να α­π’ τα μο­να­στή­ρια των Με­τε­ώ­ρων, στον Ά­γιο Στέ­φα­νο, ορ­γα­νώ­θη­κε μια γυ­ναι­κεί­α ά­δελ­φό­τη­τα μο­να­ζου­σών, έ­να πνευ­μα­τι­κό κοι­νό­βιο, στο ο­ποί­ο η α­γά­πη του Κυ­ρί­ου έ­φε­ρε μο­να­χές και με πα­νε­πι­στη­μια­κές α­κό­μη σπου­δές. Ε­κεί ο κα­θέ­νας α­π’ τους τό­σους και τό­σους κα­θη­με­ρι­νούς ε­πι­σκέ­πτες και προ­σκυ­νη­τές με την πρώ­τη μα­τιά ξε­χω­ρί­ζει το νέ­ο χρώ­μα της ζω­ής, τη δη­μι­ουρ­γι­κή πνο­ή, και συ­νει­δη­το­ποι­εί ταυ­τό­χρο­να πως ο μο­να­χι­σμός δεν εί­ναι μια πα­λι­ω­μέ­νης κα­τά­στα­ση, κά­τι ξε­πε­ρα­σμέ­νο και μα­ρα­μέ­νο, ξώ­κο­σμο και α­να­χρο­νι­στι­κό. Αν­τί­θε­τα αν­θεί και ακ­μά­ζει, δεν πε­ρι­φρο­νεί και δεν α­χρη­στεύ­ει τις πο­λι­τι­στι­κές α­ξί­ες της ζω­ής, αλ­λά τις α­ξι­ο­ποι­εί και τις προ­ά­γει. Εί­ναι –στην πνευ­μα­τι­κή του θε­ώ­ρη­ση- μια προ­σφο­ρά στο σύ­νο­λο, α­π’ τις «του κό­σμου του μα­ταί­ου ε­κτός» ε­κεί υ­πάρ­ξεις.
Τα­κτι­κός κι ε­γώ ε­πι­σκέ­πτης-προ­σκυ­νη­τής στο μο­να­στή­ρι τού­το, το πιο α­π’ ό­λα τ’ άλ­λα ε­δώ στα Με­τέ­ω­ρα εύ­βα­το, κα­θώς μια γε­φυ­ρού­λα μό­νο-πά­νω α­π’ τη χα­ρά­δρα τη βα­θιά, που χαί­νει στα βά­θη, μπρος α­π’ την πλα­τειά τη σι­δε­ρό­πορ­τα- το χω­ρί­ζει α­π’ τον αυ­το­κι­νη­τό­δρο­μο, νι­ώ­θω ξέ­νο, μα­κριά μου το ρυθ­μό και τη ρου­τί­να της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής.
Ώ­ρες πολ­λές, α­φού α­νά­ψω έ­να με­λισ­σο­κέ­ρι στο μι­κρό εκ­κλη­σά­κι του πρω­το­μάρ­τυ­ρα κι άλ­λο στη με­γα­λό­πρε­πη εκ­κλη­σιά τ’ Α­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους, μέ­νω α­κουμ­πι­σμέ­νος στα κάγ­κε­λα της ά­κρης του βρά­χι­νου ε­ξώ­στη, που μοιά­ζει α­πλο­χω­ριά, κι α­φή­νω το βλέμ­μα μου να πλα­νη­θεί ώς τα βά­θη πέ­ρα τ’ ου­ρα­νού.
Η θέ­α πά­λι μπρο­στά μου, χα­μη­λά στα κα­τά­βα­θα, ξα­νοί­γε­ται πα­νώ­ρια, με τ’ ο­λο­κέν­τη­το πο­λύ­χρω­μο χα­λί, που σε μια του ά­κρη ξα­πλώ­νε­ται χω­μέ­νη στην αγ­κα­λιά του πρά­σι­νου η Κα­λαμ­πά­κα.

Α­πό δω ψη­λά, θαυ­μα­στής και λά­τρης των με­τε­ω­ρί­τι­κων βρά­χων, α­γναν­τεύ­ω τους τό­σους και τό­σους τι­τα­νό­λι­θους και τη Με­τε­ω­ρί­τι­κη Πο­λι­τεί­α που κρα­τούν το νου μου, την καρ­διά και τη σκέ­ψη μου ό­λη. Κι η ψυ­χή μου στο ου­ρά­νιο φτά­νει, θαρ­ρώ, και στο Δη­μι­ουρ­γό τα χεί­λη μου ευ­γνω­μο­σύ­νης λό­για ψι­θυ­ρί­ζουν. Κι ο ψί­θυ­ρός μου τού­τος, πι­στεύ­ω, σμί­γει μ’ α­έ­ρη­δων μι­λή­μα­τα π’ αν­τι­λα­λούν βο­ε­ρά α­νά­με­σα στους βρά­χους, στις κορ­φές τους, στις χα­ρά­δρες και στις α­μέ­τρη­τες σπη­λι­ές τους.

Μεταβείτε στο:  β' μέρος
                          γ' μέρος